- Ο Θολωτός Τάφος του Κατακαλού αποτελεί το σημαντικότερο και καλύτερα σωζόμενο δείγμα μυκηναϊκής ταφικής αρχιτεκτονικής σε ολόκληρη την Εύβοια.
- Η κατασκευή του εντυπωσιάζει με την επιμελημένη τοιχοποιία από ντόπιο σχιστόλιθο και το χαρακτηριστικό ανακουφιστικό τρίγωνο που δεσπόζει πάνω από την είσοδο του ταφικού θαλάμου.
- Αν και το μνημείο βρέθηκε συλημένο κατά την ανασκαφή του 1907 από τον Γ. Παπαβασιλείου, στο εσωτερικό του εντοπίστηκαν θραύσματα αγγείων και ένα χάλκινο νόμισμα που μαρτυρούν τη χρήση του.
- Οι εργασίες αποκατάστασης και υποστύλωσης, που ξεκίνησαν τη δεκαετία του '80 και συνεχίστηκαν με μελέτες του Υπουργείου Πολιτισμού, διασφάλισαν τη στατικότητα αυτού του σπουδαίου αρχαιολογικού χώρου.
Σε μια στρατηγική τοποθεσία της Εύβοιας, κρυμμένος μόλις δύο χιλιόμετρα βόρεια του ομώνυμου οικισμού, δεσπόζει ο εντυπωσιακός Θολωτός Τάφος του Κατακαλού. Πρόκειται για ένα μνημείο εξαιρετικής σημασίας, καθώς θεωρείται ο καλύτερα διατηρημένος μυκηναϊκός θολωτός τάφος στο νησί.
Η πρόσβαση σε αυτόν είναι σχετικά εύκολη για τον επισκέπτη, αφού βρίσκεται σε απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων από τον κεντρικό οδικό άξονα που συνδέει τη Χαλκίδα με το Αλιβέρι, προσφέροντας μια μοναδική ευκαιρία για περιήγηση στην τοπική ιστορία.
Η αρχιτεκτονική δομή του μνημείου ακολουθεί τα πρότυπα της εποχής, ξεκινώντας με έναν δρόμο μήκους 5,40 μέτρων. Οι πλευρές αυτού του διαδρόμου είναι προσεκτικά επενδυμένες με μικρούς πλακαρούς αργούς λίθους, οδηγώντας τον επισκέπτη προς το επιβλητικό στόμιο του τάφου. Η είσοδος, με ύψος 1,65 μ. και πλάτος 0,80 μ., καλύπτεται από ένα στιβαρό λίθινο υπέρθυρο, στο οποίο διακρίνεται καθαρά το χαρακτηριστικό ανακουφιστικό τρίγωνο, ένα δομικό στοιχείο που αποσκοπούσε στη μείωση του βάρους πάνω από το άνοιγμα.
Περνώντας στο εσωτερικό, η θόλος που αποτελεί τον κυρίως ταφικό θάλαμο, αποκαλύπτει την τεχνική μαεστρία των κατασκευαστών της. Είναι κτισμένη σύμφωνα με το εκφορικό σύστημα χρησιμοποιώντας ντόπιο σχιστόλιθο, με την εσωτερική της διάμετρο να αγγίζει τα 5,30 μέτρα και το σωζόμενο ύψος της να φτάνει τα 4,70 μέτρα.
Ιστορικά, ο τάφος ήρθε στο φως το 1907 μετά από ανασκαφές του Γ. Παπαβασιλείου, ωστόσο βρέθηκε ήδη συλημένος. Τα μόνα ευρήματα που κατάφεραν να περισυλλέξουν οι αρχαιολόγοι ήταν θραύσματα μιας μινύειας κύλικας, ενώ μεταγενέστερες εργασίες καθαρισμού έφεραν στην επιφάνεια όστρακα αγγείων και ένα χάλκινο νόμισμα.
Για τη διατήρηση αυτού του μνημείου έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες στο πέρασμα των δεκαετιών. Η πρώτη φάση στερέωσης πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1984-1987, με τη βοήθεια προσωπικού από το λιγνιτωρυχείο της ΔΕΗ Αλιβερίου, εστιάζοντας στην υποστύλωση της θόλου και της εισόδου. Αργότερα, το 2002, η Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού εκπόνησε μια ολοκληρωμένη μελέτη για την πλήρη υποστύλωση και την κατασκευή στεγάστρου, με στόχο την οριστική προστασία και ανάδειξη του τάφου.












