Στην καρδιά του Ευβοϊκού κόλπου, η περιοχή της Ξερόπολης στο Λευκαντί αποτέλεσε για αιώνες έναν από τους σημαντικότερους συνδετικούς κρίκους μεταξύ της ελληνικής επικράτειας και της Ανατολής.
Η γεωγραφική του θέση, ανάμεσα σε δύο φυσικά λιμάνια και δίπλα στο εύφορο Ληλάντιο πεδίο, προσέφερε στην πόλη τα απαραίτητα εφόδια για να εξελιχθεί σε έναν πανίσχυρο εμπορικό κόμβο που άπλωνε τα δίχτυα του από τη Φοινίκη έως τη Μαύρη Θάλασσα.
Η αρχαιολογική σκαπάνη εντόπισε τα πρώτα ίχνη κατοίκησης στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Παρά τις μεταβολές των ιστορικών περιόδων, η ζωή στον οικισμό συνεχίστηκε με δυναμισμό, περνώντας από τη μυκηναϊκή επιρροή του ανακτόρου της Θήβας σε ένα καθεστώς μεγαλύτερης αυτονομίας μετά την καταστροφή του. Αυτή η ανεξαρτησία επέτρεψε στους κατοίκους να αναπτύξουν αυτόνομες εμπορικές σχέσεις, ενσωματώνοντας νέα εικονογραφικά και πολιτισμικά στοιχεία στην καθημερινότητά τους.

Η εικόνα της «απομόνωσης» που συχνά αποδίδεται στη γεωμετρική περίοδο καταρρίπτεται από τα ευρήματα των νεκροταφείων του Λευκαντίου. Μεταξύ του 1050 και του 700 π.Χ., η περιοχή γνώρισε πρωτοφανή πλούτο. Οι τάφοι απέδωσαν πλήθος χρυσών κοσμημάτων και σπάνιων ειδών πολυτελείας, πιστοποιώντας την ύπαρξη μιας ισχυρής ανώτερης τάξης που διατηρούσε ανοιχτούς δίαυλους επικοινωνίας με ολόκληρη τη Μεσόγειο.
Η πορεία αυτή ανακόπηκε απότομα γύρω στο 700 π.Χ. Η εγκατάλειψη του οικισμού συνδέεται ιστορικά με τον Ληλάντιο Πόλεμο, τη σφοδρή σύγκρουση μεταξύ Χαλκίδας και Ερέτριας για τον έλεγχο της πεδιάδας. Από τη δεκαετία του 1960, η συνεργασία του Υπουργείου Πολιτισμού με τη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή συνεχίζει να φέρνει στο φως τη σπουδαιότητα αυτής της θέσης, προσφέροντας μια καθαρή ματιά στην κοινωνική διαστρωμάτωση και τις οικονομικές δομές της αρχαίας Εύβοιας.










