Στα 30 της χρόνια είχε φτάσει να διοικεί μεγάλα νοσηλευτικά ιδρύματα, υπήρξε σύμβουλος υπουργών, ταξίδευε ως εκπρόσωπος της χώρας στη Γενική Σύνοδο της Χάγης, συμμετείχε σε μεγάλα παγκόσμια συνέδρια και όταν σε κάποια ενημερωτική εκπομπή ή δελτίο ειδήσεων χρειάζονταν την άποψη ψυχολόγου, την καλούσαν να μιλήσει.

Η όμορφη και γοητευτική Γεωργία Σιδέρη που έκανε καριέρα και ως τηλεψυχολόγος, με τα φώτα της δημοσιότητας να πέφτουν πολύ γρήγορα πάνω της και εξαργυρώνοντας τη φήμη της σε χρήμα καθώς στον μαύρο δερμάτινο καναπέ του γραφείου της στο Κολωνάκι ξάπλωναν εκατοντάδες αναγνωρίσιμοι και μη Αθηναίοι, βρέθηκε ξαφνικά ένα βήμα πριν από τον αλκοολισμό. Και τελικά κύλησε.

Οπως εξομολογείται σήμερα στο «ΘΕΜΑ», όλα ξεκίνησαν μια ηλιόλουστη και συνηθισμένη μέρα, την εποχή που κατείχε τη θέση της προϊσταμένης στην Κεντρική Αρχή Διακρατικών Υιοθεσιών, ως προσωπική επιλογή υπουργού.

Εκείνη τη μέρα λοιπόν παρέλαβε στο γραφείο της έναν κλειστό φάκελο, μέσα στον οποίο υπήρχε μια υπουργική εντολή που την έθετε σε αργία. Της καταλόγιζαν παρατυπίες στη διαχείριση τεχνικών έργων.Ο κατήφορος
Το 2012 λόγω αυτής της υπόθεσης απομακρύνθηκε από το υπουργείο Υγείας και επέστρεψε σπίτι της. Παράλληλα, για διαφορετικούς όμως λόγους, πήρε διαζύγιο από τον σύζυγό της έπειτα από 12 χρόνια έγγαμου βίου μέσα σε κλίμα αμοιβαίας κατανόησης.

Ωστόσο για την υπόθεση των παρατυπιών το διάστημα όπου βρισκόταν στο τιμόνι της Κεντρικής Αρχής Διακρατικών Υιοθεσιών, παραπέμφθηκε στη Δικαιοσύνη και στη συνέχεια καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 18-20 χρόνων για κακουργηματική απιστία εις βάρος του Δημοσίου.

«Τι εφιάλτης! Επρεπε να αρχίσω να απολογούμαι για να αποδείξω ότι δεν έφταιγα, καθώς ακολούθησα πολιτική βούληση», λέει η Γεωργία.
Και συνεχίζει: «Στα 33 μου χρόνια, μέσα στις φιλοδοξίες και την έπαρσή μου, λόγω της υψηλής θέσης που κατείχα, υπάκουσα εντολές και έτσι φάνηκε ότι εγώ ήμουν ο φταίχτης». Ηταν άραγε;

Η ίδια δεν θέλει να επεκταθεί περισσότερο σε αυτό το θέμα.

Η ουσία είναι ότι η αναγνωρίσιμη ψυχολόγος από εκεί που έδινε εντολές και συνδιαλεγόταν με υπουργούς και υφυπουργούς βρέθηκε στον εισαγγελέα ξεκινώντας τις πολύωρες απολογίες της.
«Μέσα σε αυτό το κακό άρχισα να κλείνομαι στον εαυτό μου και να πέφτω σε κατάθλιψη, που με έκανε να μη βγαίνω από το σπίτι, να κρύβομαι στα σκοτεινά και να προσπαθώ να βάλω σε μια τάξη το θολωμένο μου μυαλό πασχίζοντας να γράψω την απολογία μου», συμπληρώνει.

Στο διαμέρισμά της τα παντζούρια ήταν συνήθως ερμητικά κλειστά. Δεν απαντούσε στα τηλέφωνα φίλων, ενώ στην πορεία βίωσε έντονα το συναίσθημα της εγκατάλειψης, καθώς οι φίλοι της, ο ένας μετά τον άλλον, άρχισαν να φεύγουν από τη ζωή της.

«Βλέπεις, δεν ήμουν πια η επιτυχημένη ψυχολόγος που βγαίνει στα κανάλια, που έχει χρήματα, που κατέχει υψηλές θέσεις και μπορεί και εξυπηρετεί σε θέματα υγείας. Ημουν πλέον μια κατηγορούμενη για κακούργημα», λέει η Γεωργία εξηγώντας παράλληλα ότι τη συγκεκριμένη χρονικά περίοδο ξεκίνησαν και τα σοβαρά προβλήματά της με το ποτό.

Την έβρισκαν στα παγκάκια
Γι’ αυτή τη μαύρη σελίδα στη ζωή της τολμά και εκφράζεται με ωμή ειλικρίνεια, σαν να αυτομαστιγώνεται για τις λάθος επιλογές της. Λέει χαρακτηριστικά:

«Ξυπνούσα νωρίς το πρωί και περίμενα να ανοίξουν τα μαγαζιά για να αγοράσω αλκοόλ. Μεγάλη ξεφτίλα. Ηταν η εύκολη λύση και συνάμα μία από τις χειρότερες μορφές εξάρτησης που πουλάει ελεύθερα το κράτος για πάρα πολλούς λόγους. Την κατάστασή μου την έβλεπαν όλοι. Από τη γειτονιά που σώπαινε αλλά με κοίταζε περίεργα, τους συγγενείς που με κουτσομπόλευαν, μέχρι τα υπονοούμενα που λάμβανα στα social media. Δεν θα ντραπώ να πω ότι εγώ η Γεωργία Σιδέρη μερικές νύχτες από το χάλι μου με τα ποτά και τα μεθύσια που επακολουθούσαν βρέθηκα να κοιμάμαι ξεχασμένη σε παγκάκια, όπου με έβρισκαν τελικά οι γείτονές μου και με έφερναν σπίτι».

Και το κατρακύλισμα δεν είχε τέλος. «Πάρα πολλές φορές έπεφτα μέσα στο σπίτι, με κίνδυνο να τραυματιστώ όπως και έγινε αρκετές φορές χτυπώντας στο κεφάλι», λέει και προσθέτει: «Υπήρξαν δυο-τρεις φορές που στην προσπάθειά μου να κόψω το ποτό, σε κατάσταση στέρησης, πάθαινα επιληπτικές κρίσεις και νοσηλευόμουν».

Μάλιστα, χρειάστηκε να νοσηλευτεί αρκετές φορές στην προσπάθειά της να «καθαρίσει». «Η ουσία όμως δεν είναι να καθαρίσεις μόνο από το αλκοόλ, αλλά και να καταλάβεις τι είναι αυτό που σε κάνει να πίνεις, να ερμηνεύσεις ποιο κενό σού καλύπτει το ρημάδι το αλκοόλ», υπογραμμίζει η ψυχολόγος.

Μέσα στη μοναξιά της και την εξάρτηση από το ποτό, που οδήγησε στην κατάρρευση της ωραιοποιημένης της εικόνας, μόνο δύο άνθρωποι στάθηκαν δίπλα της: η κόρη της και ο σύντροφός της. Η πρώτη, ενώ έκανε μεγάλη υπομονή, κάποια στιγμή λύγισε και πήγε να ζήσει μαζί με τον πατέρα της, γεγονός που κατανόησε απόλυτα η μητέρα της, και ο δεύτερος συνέχιζε να στέκεται δίπλα της, ακούραστος, δυνατός αλλά και απογοητευμένος.

Το 2016 η Γεωργία Σιδέρη μπήκε με τη θέλησή της στο Αιγινήτειο σε μια ύστατη προσπάθεια να νικήσει τους δαίμονές της. Επί έναν ολόκληρο μήνα έδινε τη δική της μάχη. Κάποια στιγμή και ενώ φάνηκε να βγαίνει νικήτρια, τηλεφώνησε στον πατέρα της ο οποίος νοσηλευόταν στον «Ευαγγελισμό», λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας.

«Του τηλεφωνώ και με τρεμάμενη φωνή με ρωτάει: “Κορίτσι μου, είσαι καθαρή;”. “Ναι, πατερούλη μου”, του απαντώ “και περιμένω να βγεις κι εσύ”», λέει η ψυχολόγος. Ωστόσο ο πατέρας της δεν τα κατάφερε. Και αυτός ήταν ο λόγος που ξανακύλησε στο ποτό. Η ψυχολόγος αισθανόταν σαν πυγμάχος δίχως χέρια μέσα στο ρινγκ, αντιμέτωπη με τον πιο δύσκολο αντίπαλο που τα έβαλε ποτέ. Τα χτυπήματα που δεχόταν ήταν απανωτά. Εναν μήνα μετά τον θάνατο του πατέρα της πέθανε και ο αδελφός της από την ίδια αιτία -έμφραγμα- στα 47 του χρόνια. Πού άραγε να βρει τη δύναμη και να σηκωθεί από το καναβάτσο;
ΠΗΓΗ protothema.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here