Ο Μακαρίτης Δημήτριος Μπαρσάκης, γνωστός στους πιο παλιούς Ψαχνιώτες με το παρατσούκλι Μητσέας, νέος αγαπούσε μια όμορφη κοπέλα των Ψαχνών, την προγονή του Χρηστάρα. Το πραγματικό του Χρηστάρα ήταν Χρήστος Μηστριώτης και λόγω της σωματικής του διάπλασης τον έλεγαν Χρηστάρα. Κατά το Νίκο Πρίόνα (Λιοντή) που ήταν και συγγενής από τη μάννα του, ο Χρηστάρας είχε παντρευτεί την χήρα του Σωτήρη Ψαθά. Το ζεύγος Ψαθά είχε αποκτήσει την Κόρη Μαρία την οποία και είχε υπεραγαπήσει ο Χρηστάρας.

Αποφασισμένος ο Μητσέας να κάνει γυναίκα του τη Μαρία, επέλεξε τον παλικαρίσιο τρόπο της απαγωγής.

Τα χρόνια εκείνα, η απαγωγή ήταν δύσκολο και επικίνδυνο εγχείρημα. Χρειαζόταν τέλεια οργάνωση και αποφασιστικότητα  κατά την εκτέλεση. Για το λόγο αυτό, κάλεσε τους στενούς φίλους του, τον Μήτσο Καραμάνο, τον Νίκο Μυτζιφήρη από το Βατώντα και το Γεώργη Στούπα ή Λωλή στους οποίους εκμυστηρεύτηκε το σκοπό του και απο κοινού κατέστρωσαν το σχέδιο της απαγωγής.

Μια ημέρα του Σεπτέμβρη του 1911, ο Χρηστάρας με την Προγονή του έβγαζαν κοκάρι σε ένα χωράφι τους κοντά στον Άγιο Στέφανο εκεί που τώρα έχει σπίτι ο δάσκαλος ο Ψαθάς. Ο Λωλής με το δίτροχο κάρο του μετέφερε κοπριά από το παλιό σπίτι του, εκεί που έχει τώρα σπίτι ο  γιατρός Κληματαριώτης. Κάποια ώρα προς το μεσημεράκι, όπως προέβλεπε το σχέδιο, ο Λωλής πλησίασε με το κάρο του στο χωράφι του Χρηστάρα και συγχρόνως πετάχτηκαν πίσω από τις ελιές ο Μητσέας με τους άλλους δύο. Ο Καραμάνος και ο Μυτζιφήρης έπιασαν το Χρηστάρα και τον έδεσαν σε μια ελιά, ενώ ο Μητσέας με τον Λωλή άρπαξαν την κοπέλα και την επιβίβασαν βιαίως στο κάρο. Αμέσως όλη η ομάδα πέρασαν το ρεματάκι δίπλα από το σπίτι του Ματσαγκούρα και πήραν τον καράδρομο για Μακρυμάλλη. Όταν έφθασαν στην θέση Νεράκι κατέβασαν την κοπέλα από το κάρο και συνοδεία των Μητσέα, Μυτζιφήρη και Καραμάνου πέρασαν στους Ροκάδες (πρώτο ύψωμα) και από εκεί σιγά σιγά ανέβηκαν στην περιοχή του Πυξαριά.

Ο Λωλής ξέζεψε το μουλάρι από το κάρο και όπως ήταν με τα χάμουρα, το άφησε ελεύθερο. Το ζώο, γνωρίζοντας το δρομολόγιο, επέστρεψε μόνο σπίτι. Ο ίδιος ο Λωλής, δεν ακολούθησε τους άλλους αλλά για πολλές ημέρες κρυβότουν στα γύρω δάση.

Στο κόλπο της απαγωγής είχε μυηθεί και ο Γιάννης Γκίκας (Πατέρας του Σπύρου Μπιλημπίρου και παππούς των Γιάννη και Κώστα Τσελέκου). Ο Γκίκας ήταν ξυλοκόπος και κάθε μέρα ανέβαινε στο δάσος. Αυτός γνώριζε το κρησφύγετο των απαγωγέων και είχε αναλάβει τον καθημερινό ανεφοδιασμό τους σε τρόφιμα και νερό. Η κοπέλα διαμαρτυρόταν και δεν ήθελε να ακούσει περί γάμου και μάλιστα με τον τρόπο που οδηγείτο σε αυτόν.

Κάποια στιγμή της ετέθη το ερώτημα μήπως δεν ήθελε τον Μητσέα και προτιμούσε κάποιον άλλον. Η ερώτηση σκόπιμα της έγινε αόριστα αφού την έβλεπαν να διαμαρτύρεται, να κλαίει συνεχώς και να ζητά να την αφήσουν ελεύθερη.

Τελικώς, είπε το ΝΑΙ για τον Μητσέα του οποίου η συμπεριφορά ήταν άψογη όλες αυτές τις ημέρες που η κοπέλα ήταν σε δίλημμα.

Από της πλευράς του Χρηστάρα, η απαγωγή αναφέρθηκε στην Αστυνομία η οποία διέταξε την άμεση κινητοποίηση ενός έφιππου αποσπάσματος από 5 χωροφύλακες με επικεφαλής Ενωματάρχη. Το απόσπασμα έφθασε από τη Χαλκίδα στα Ψαχνά και απευθύνθηκε στο Βασίλειο Μπαρσάκη κοινοτάρχη και θείο του Απαγωγέα, ο οποίος εσκεμμένως τον πληροφόρησε λάθος ότι οι “κλεμμένοι” πήγαν προς την περιοχή του χωριού Τριάδα.

Συγχρόνως έστειλε μήνυμα στο φίλο του Γ. Γκιαούρη που ήταν γενικός επιστάτης στο Αρχοντικό του Κριεζώτη να ετοιμάσει ένα καλό τραπέζι στους Χωροφύλακες και μπόλικο κρασί και αφού ξεκουραστούν να τους δώσει και αυτός με την σειρά του ψευδείς πληροφορίες για τους απαγωγείς και το κρησφύγετο. Μετά από όλα αυτά, όπως ήταν φυσικό οι ερευνητές του αποσπάσματος απέβησαν άκαρπες.

Μετά από ένα περίπου μήνα, οι απαγωγείς εγκατέλειψαν τον κρυψώνα του δάσους. Πάλι μέσω του Γιάννη Γκίκα είχαν έλθει σε συνεννόηση με κάποιον βαρκάρη από τα πολιτικά, ο οποίος τους περίμενε με τη βάρκα του στη θέση “Λάκκου” των πολιτικών. Από την άλλη πλευρά, το σόϊ και οι φίλοι του Χρηστάρα έστηναν καρτέρια από τα Ψαχνά μέχρι τα Πολιτικά. Έτσι όταν το βράδυ της εξόδου ο  Μητσέας με την κοπέλα έφθασαν στη θέση “Λακκού” έγιναν αντιληπτοί από το Στέφανο Ματράκα ο οποίος και άρχισε να πυροβολεί. Σε λίγο γενικεύθηκαν οι πυροβολισμοί και όλη η περιοχή έδινε την εικόνα μάχης.

Παρόλος τους πυροβολισμούς και τις κινητοποιήσεις του Στρατοπέδου Χρηστάρα, ο Μητσέας και η κοπέλα πρόφθασαν και μπήκαν στη βάρκα και χάρις στον ικανό και έμπειρο βαρκάρη ξανοίχθηκαν γρήγορα-γρήγορα στο πέλαγος και το πρωί έπιασαν στο λιμάνι της Χαλκίδας. Αμέσως παρουσιάσθηκαν στον Εισαγγελέα Χαλκίδας, στον οποίον δήλωσε η απαχθείσα Μαρία ότι επιθυμεί να παντρευτεί τον Δημήτριο Μπαρσάκη “Μητσέα” και έτσι έπαψε η δίωξη του και τους επετράπη ο γάμος. Απέκτησαν 8 παιδιά.

Η Μαρία Ψαθά είναι θεία του σημερινού Δημάρχου Δήμου Διρφύων Μεσσαπίων Γιώργου Ψαθά.

Το κείμενο προέρχεται από το Βιβλίο του Κωνσταντίνου Τζαβάρα, “Τα Ψαχνά”.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here