- Οκτώ στους δέκα ασφαλισμένους στο Δημόσιο εξαγοράζουν κατά μέσο όρο 3 έως 4 πλασματικά έτη για να συνταξιοδοτηθούν στα 62.
- Το ανώτατο όριο αναγνώρισης φτάνει τα 7 έτη από σπουδές και θητεία, συν επιπλέον έως 5 έτη λόγω τέκνων.
- Το κόστος εξαγοράς για αιτήσεις από το 2020 και μετά ανέρχεται στο 20% των μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών του υπαλλήλου.
- Οι ένστολοι έχουν ειδικά προνόμια, όπως η «μάχιμη πενταετία» και η επιπλέον τριετία για όσους κατετάγησαν έως το 1995.
- Η εξόφληση μπορεί να γίνει με εφάπαξ καταβολή και έκπτωση 2% ανά έτος ή με δόσεις μέσω παρακράτησης από τη σύνταξη.
Σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο ασφαλιστικό τοπίο, τα πλασματικά έτη αναδεικνύονται στον «σωσίβιο λέμβο» για χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η πλειονότητα των ασφαλισμένων που οδεύουν προς την έξοδο επιλέγουν να «αγοράσουν» χρόνο, προκειμένου να κλειδώσουν το δικαίωμα συνταξιοδότησης, κυρίως στη χρυσή τομή των 62 ετών. Η στρατηγική αυτή δεν αφορά μόνο τη θεμελίωση, αλλά λειτουργεί και ως επένδυση, αφού κάθε αναγνωρισμένος μήνας αυξάνει το τελικό ποσό που θα μπει στην τσέπη του συνταξιούχου.
Στο Δημόσιο, το πλαίσιο είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό αλλά και σύνθετο. Οι ασφαλισμένοι έχουν το δικαίωμα να αναγνωρίσουν από 4 έως 7 έτη (ανάλογα με το έτος θεμελίωσης), ενώ η προσθήκη των πλασματικών ετών λόγω τέκνων μπορεί να απογειώσει τον συνολικό χρόνο στα 12 έτη. Για παράδειγμα, ένας γονέας με τρία παιδιά μπορεί να προσθέσει 5 επιπλέον χρόνια στην ασφαλιστική του διαδρομή, διευκολύνοντας σημαντικά την επίτευξη της απαραίτητης 35ετίας ή 40ετίας.
Η διαφοροποίηση έγκειται στον χρόνο θεμελίωσης. Για όσους είχαν κατοχυρώσει δικαίωμα έως το τέλος του 2010, η χρήση των πλασματικών περιορίζεται στη συμπλήρωση της 25ετίας. Αντίθετα, για όσους θεμελιώνουν από το 2011 και μετά, το σύστημα είναι πολύ πιο ευέλικτο, επιτρέποντας την αξιοποίηση του χρόνου σπουδών, της στρατιωτικής θητείας και των παιδιών τόσο για τη θεμελίωση όσο και για την προσαύξηση της σύνταξης.
Το κόστος εξαγοράς παραμένει ένας κρίσιμος παράγοντας. Μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, η εισφορά ορίστηκε στο 20% των τακτικών αποδοχών, καταργώντας τις παλαιότερες εκπτώσεις που ίσχυαν κατά τη μεταβατική περίοδο. Παρόλα αυτά, η δυνατότητα αποπληρωμής μέσω μηνιαίων δόσεων ή με παρακράτηση έως του 1/4 της σύνταξης καθιστά την εξαγορά προσιτή για τους περισσότερους.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στους ενστόλους (Σώματα Ασφαλείας και Ένοπλες Δυνάμεις), οι οποίοι διαθέτουν επιπλέον εργαλεία. Η δυνατότητα διπλασιασμού της υπηρεσίας έως και πέντε έτη (η γνωστή «μάχιμη πενταετία») επεκτάθηκε πρόσφατα με τον νόμο 4997/2022, επιτρέποντας σε όλους τους ένστολους, ανεξαρτήτως ειδικότητας, να αυξήσουν τα συντάξιμα χρόνια τους, αρκεί να έχουν συμπληρώσει 24,5 έτη πραγματικής υπηρεσίας.












